ὀπῇ

ὀπῇ
ὀπάζω
make to follow
fut ind mid 2nd sg (doric)
ὀπάζω
make to follow
fut ind act 3rd sg (doric)
ὀπή
opening
fem dat sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • όπη — ὅπη, επικ. τ. ὅππη και κατά ορθότ. γρφ. ὅπῃ, δωρ. τ. ὅπᾳ και ὅππᾳ, ὅπη και ὅπει, αιολ. τ. ὄππα ή ὄππᾳ και ὅπα, ιων. τ. ὅκη ή ορθότ. ὅκῃ (Α) (επίρρ. σε αναφορικές προτάσεις ή πλάγιες ερωτήσεις) 1. (για τόπο) ποιο δρόμο ή από ποιο δρόμο, ποια… …   Dictionary of Greek

  • ὀπή — opening fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπη — by which indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπῃ — ὅπη by which indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οπή — η (ΑΜ ὀπή, Α δωρ. τ. ὀπά) άνοιγμα ή κοίλη εσοχή σε κάποιο σώμα, τρύπα νεοελλ. 1. (ηλεκτρον.) θετικά φορτισμένη περιοχή στη ζώνη σθένους ενός ατόμου, η οποία δημιουργείται κατά τη μετακίνηση ενός ηλεκτρονίου από τη ζώνη σθένους προς τη ζώνη… …   Dictionary of Greek

  • χὤπη — ὅπη , ὅπη by which indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χὤπηι — ὅπῃ , ὅπη by which indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπηι — ὅπῃ , ὅπη by which indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅπηπερ — ὅπη , ὅπη by which indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀπαῖς — ὀπή opening fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”